νῆσος

ἡ νῆσος остров (-> Πελοπόννησος Пелопоннес; ср. Полинезия, Меланезия)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "νῆσος" в других словарях:

  • νῆσος — island fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νήσος — η (ΑΜ νῆσος, Α δωρ. τ. νᾱσος και ροδ. τ. νᾱσσος) έκταση ξηράς, μικρότερη από ήπειρο, η οποία περιβάλλεται από ύδατα, νησί νεοελλ. φρ. «νήσος τού Ράιλ» ανατ. τμήμα τού φλοιού τών εγκεφαλικών ημισφαιρίων που βρίσκεται κάτω από την καλύπτρα, την… …   Dictionary of Greek

  • νήσος — η ου, βλ. νησί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γουίτ, νήσος του- — (Isle of Wight). Νησί (381 τ. χλμ., 129.400 κάτ. το 2000) της νότιας ακτής της Αγγλίας. Διοικητικά αποτελεί κομητεία που στα βόρεια συνορεύει με την κομητεία του Χαμσάιρ. Διασχίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις από μικρούς ασβεστολιθικούς λόφους.… …   Dictionary of Greek

  • Νόρφολκ, νήσος — (Norfolk). Νησί (35 τ. χλμ.) στον Ειρηνικό ωκεανό, στη μέση της απόστασης μεταξύ της Νέας Καληδονίας και της Νέας Ζηλανδίας, που αποτελεί εξωτερικό έδαφος της Αυστραλίας. Έχει περίπου 2.285 κάτ και πρωτεύουσά της είναι η Κίνγκστον. Oι κάτοικοί… …   Dictionary of Greek

  • νᾶσοι — νῆσος island fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νᾶσον — νῆσος island fem acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νᾶσος — νῆσος island fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νῆσοι — νῆσος island fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SARDINIA — insul. et regnum in mari Ligustico, a variis habitata populis, tandem a Poenis occupata est, quibus tamen illam Romani eripuerunt. A Saracenis postmodum capta, inde a Pipino eiectis, A. C. 809. diu Pisanis et Genuensibus contentionis argumentum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.